δεκαμηναῖος

δεκα-μηναῖος, α, ον,
A in the tenth month, Tz.H. 2.192.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεκαμηνιαίος — α, ο (Α δεκαμηνιαῑος, Μ δεκαμηναῑος) διάρκειας δέκα μηνών νεοελλ. γεννημένος μετά τη συμπλήρωση τού ένατου μήνα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.